"Η Αρσιβαρίστρια"
Η Αρσιβαρίστρια
Διήγημα, του Νίκου Ανδρείου
«Σήηηηκωωω, προσπάαααθησε να σηκωθείς! Με έχεις ρημάξει ένα χρόνο τώρα… είμαι μόοοοονη μου δε βλέπεις;» κραύγαζε η Άσπα.
Άστη να λέει θα κάνω ότι δεν ακούω, ας με σηκώσει, ας βρει τον τρόπο να με σηκώσει. Όπως τους σήκωσα και εγώ όλους, για σχεδόν ενενήντα χρόνια! Σηκώνεις… και αντέχεις, σηκώνεις και σφίγγεις τα δόντια -καμιά φορά τα σπας-, σηκώνεις και το θαρρείς για αποστολή σου και όταν χρειαστεί να σε σηκώσουν… δεν αξίζεις ούτε όσο ένα κιλό πατάτες!
Τί να πρωτοθυμηθώ; Ποιό βάρος να αναλογιστώ; Μωρό ήμουν όταν η πενθηφόρα μοίρα της ορφάνιας με «αγκάλιασε» σφιχτά, έτσι που να μου κοπεί η ανάσα. Μάνα δεν είδα, μήτε φώναξα το γλυκό της όνομα. Το χάδι της δεν το γεύτηκα και την αντάρα της σαν μεγάλωνα δεν την αντίκρισα. Το άρωμα της δεν το μύρισα, μήτε τα μαλλιά μου πλέχτηκαν κοτσίδες από τα μαλακά χέρια της. Και τόσα…άλλα "Δεν" που ούτε και θέλω να αναλογίζομαι... Ορφάνεψα, από τη μόνη ορφάνια που υπάρχει, αυτή της ΜΑΝΑΣ! Ναι! Καμία ορφάνια δεν είναι σαν αυτή και ας λένε οι γραμματιζούμενοι τα δικά τους. Και όμως, τούτο το πρώτο βάρος το σήκωσα ολότελα… Πώς; Ούτε και ξέρω…
Πέρασαν κάπως τα χρόνια... Και ‛γω θα έπρεπε να "ξεσπιτωθώ" για άλλη μια φορά. Μετά το θάνατο της μητέρας μου ήταν αδύνατον να μείνω με τον πατέρα μου, έτσι το «βάρος» ανάλαβαν οι παππούδες στο νησί. Βρέθηκα στη Χίο, με μία γιαγιά τυφλή και έναν παππού κουφό. Τώρα ποιος(;) ανάλαβε το βάρος ποιου(;) είναι μια άλλη ιστορία. Θεωρήθηκε πως είχα μεγαλώσει αρκετά, σαν έφτασα τα εννιά, για να αναλάβει το «βάρος» μου, ο πατέρας μου, υπηρετώντας τον!
Έτσι και ‛γινε. Με φόρτωσαν στο καΐκι και μετά από ταξίδι δύο ημερών, σχεδόν, βρέθηκα στον Πειραιά. Το σπίτι του πατέρα μου "στα Χιώτικα ", στο κέντρο της πόλης. Ήταν μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι και αυτό μου έδωσε μία πρόσκαιρη χαρά. Μετά κατάλαβα... ότι μία από τις υπηρέτριες του θα ήμουν και εγώ! Ίσως ή πρώτη, μα εν τέλει υπηρέτρια. Τα χρόνια πέρναγαν από μπροστά μου σαν τα μάρμαρα του σπιτιού που γυάλιζα στα γόνατα. Όταν, ένα ωραίο μεσημέρι μαζί με τα ορτύκια ο πατέρας μου, μου έφερε και το «λαγό». Το «λαγό» τον λέγανε Κυριάκο και ήταν η πρώτη μαστοράτζα στο ναυπηγείο του πατέρα μου. Μέσα σε έξι μήνες είχα παντρευτεί και ήμουν και έγκυος στην μοναχοκοράκλα μου, την Ασπασία.
Φυσικά όταν νέο «βάρος» ερχόταν στους ώμους μου, κοίταγα πως θα το βολέψω κρατώντας μαζί και τα παλιά. Σαρανταποδαρούσα να ήμουνα δεν θα τα κατάφερνα! Δύο χέρια, μία πλάτη και ψυχή τους κρατούσαν όλους αγόγγυστα για δεκαετίες, μέχρι που ό πατέρας μου πέθανε και τότε κατάλαβα ότι είχα κοντύνει τουλάχιστον 5 πόντους. Μετά σκέφτηκα καλύτερα κοντή και ελαφρύτερη, παρά κοντή και με βάρος…
Όλα ήταν ελαφρύτερα… μέχρι που η Άσπα αφού σπούδασε οικονομικά, σχεδόν μεγαλοκοπέλα, βρήκε τον Μιχαλάκη τον λαδέμπορα. Έναν αμίλητο και άνευρο έμπορο λαδιού από τη Μεσσηνία, που ή μόνη του χαρά ήταν να μην αναλαμβάνει καμία ευθύνη πέρα από τα λάδια του. Συν τω χρόνω… ο «πελαργός» Ασπασία με «εντολή» του «μυρμηγκοφάγου» λαδέμπορα, έφερε τον Κλεό. Ο Κλεομένης υπήρξε το μεγαλύτερο «βάρος» από όλα. Πιο κλαψιάρικο και αρρωστιάρικο μωρό δεν έχει υπάρξει. Για 15 χρόνια περίπου,τον κουβάλησα και αυτόν, αφού ο λαδέμπορας όπως και η ξινή, η κόρη μου, δούλευαν και φυσικά δεν είχαν που να αφήσουν το παιδί. Και τι παιδίιι; Μια πρόσμιξη άνευρης γλίτσας και ξινού λεμονιού με έντονη αναποφασιστικότητα και αφοσίωση στη μη ανάληψη ευθύνης.
Είναι σίγουρο ότι ξεχνάω πολλά! Μα ούτε και θέλω να θυμάμαι…
Αν μπορούσε κάποιος να με ακούσει, τώρα, που τα σκέφτομαι όλα αυτά, είμαι σίγουρη πως θα κουραζόταν. Πόσο μάλλον εγώ!
«Σήηκω σου λέω, που ταξιδεύεις; Δεν ακούς;» βρυχόταν η Άσπα.
Άστη να λέει, μου αρέσει αυτός ο εμαγιέ θρόνος, παίρνω και αέρα από κάτω μου.
Μια κλανιά είναι ότι πρέπει τώρα που μου φωνάζει σαν σκύλα…
Ή βρίσκει τον τρόπο να με σηκώσει ή την κλάνω… ΤΕΛΟΣ!*
*"Η Αρσιβαρίστρια", ανέκδοτο διήγημα του Νίκου Ανδρείου
